Μετάβαση στο περιεχόμενο

φαγιουμικά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φαγιουμικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου φαγιουμικός στον πληθυντικό < Φαγιούμ

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φαγιουμικά ουδέτερο στον πληθυντικό

  • διάλεκτος της κοπτικής γλώσσας στην Αίγυπτο, στην περιοχή του Φαγιούμ, δυτικά από την κοιλάδα του Νείλου
      Είναι γνωστό ότι η κοπτική γλώσσα έχει αρκετές διαλέκτους:
    Σαϊδικά (διάλεκτος της Άνω Αιγύπτου).
    Βοχαϊρικά (διάλεκτος της Κάτω Αιγύπτου, της Αλεξάνδρειας και της μέσης και δυτικής πλευράς του Δέλτα του Νείλου).
    Φαγιουμικά (διάλεκτος της Μέσης Αιγύπτου).
    Αχμιμικά (διάλεκτος της περιοχής της Πανωπόλεως).
    Ασιουτικά (διάλεκτος που προέκυψε από τα αχμιμικά).
    Μπαχνασικά (διάλεκτος της περιοχής της Οξυρρύγχου).
    Μπασμουρικά (διάλεκτος της ανατολικής πλευράς του Δέλτα του Νείλου)
    Θηβαϊκά (διάλεκτος που αναγνωρίστηκε από τους επιστήμονες ως «Ρ» στα αγγλικά η ως η πρώτη θηβαϊκή διάλεκτος).
    Dr. Roshdi Wassef Behman Dous, Πατριαρχικός Ιεροδιάκονος, Ο αγιασμός των υδάτων του Νείλου ποταμού στην Αλεξανδρινή λειτουργική παράδοση, Διδακτορική διατριβή, Θεσσαλονίκη, 2011, σελ. 19

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]


Κλιτικός τύπος επιθέτου

[επεξεργασία]

φαγιουμικά