φαγιουμικά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φαγιουμικά < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου φαγιουμικός στον πληθυντικό < Φαγιούμ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φαγιουμικά ουδέτερο στον πληθυντικό
- διάλεκτος της κοπτικής γλώσσας στην Αίγυπτο, στην περιοχή του Φαγιούμ, δυτικά από την κοιλάδα του Νείλου
- ※ Είναι γνωστό ότι η κοπτική γλώσσα έχει αρκετές διαλέκτους:
- Σαϊδικά (διάλεκτος της Άνω Αιγύπτου).
- Βοχαϊρικά (διάλεκτος της Κάτω Αιγύπτου, της Αλεξάνδρειας και της μέσης και δυτικής πλευράς του Δέλτα του Νείλου).
- Φαγιουμικά (διάλεκτος της Μέσης Αιγύπτου).
- Αχμιμικά (διάλεκτος της περιοχής της Πανωπόλεως).
- Ασιουτικά (διάλεκτος που προέκυψε από τα αχμιμικά).
- Μπαχνασικά (διάλεκτος της περιοχής της Οξυρρύγχου).
- Μπασμουρικά (διάλεκτος της ανατολικής πλευράς του Δέλτα του Νείλου)
- Θηβαϊκά (διάλεκτος που αναγνωρίστηκε από τους επιστήμονες ως «Ρ» στα αγγλικά η ως η πρώτη θηβαϊκή διάλεκτος).
- ※ Είναι γνωστό ότι η κοπτική γλώσσα έχει αρκετές διαλέκτους:
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]- φαγιουμική (εννοείται: διάλεκτος)
- Φαγιουμικά με κεφαλαίο αρχικό
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]φαγιουμικά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του φαγιουμικός