Μετάβαση στο περιεχόμενο

φαιδρότης

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φαιδρότης < φαιδρός < φαίνω (λάμπω}

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φαιδρότης

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]