φαινομενικά
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]φαινομενικά < (καθαρεύουσα) φαινομενικῶς < μεταγενέστερη ή (ελληνιστική κοινή) φαινομένως
Επίρρημα
[επεξεργασία]φαινομενικά
- κατά τα φαινόμενα, έτσι όπως φαίνεται, κρίνοντας από τα φαινόμενα, επιφανειακά, επιδερμικά, ίσως αναληθώς, μπορεί εσφαλμένα (για κάτι που αμφισβητείται έμμεσα η πιστότητά του)
- ※ Και υπάρχουν άλλες στιγμές ανάπαυλας, για να φτάσουμε σε μια ανελέητη μικροσκόπηση μιας σπουδής, όπως, π.χ., όταν η Ηλέκτρα ενδίδει φαινομενικά στην επιθυμία ενός στρατιώτη να τη βιάσει), και τον αναγκάζει, μέσα σ' ένα δωμάτιο ξενοδοχείου, να γδυθεί μπροστά στα μάτια της (και της κάμερας), (Ειρήνη Σταθή, Αχιλλέας Κυριακίδης, Θόδωρος Αγγελόπουλος, εκδ. Καστανιώτη, 2000, σελ. 95)
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φαινομενικά
|
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]φαινομενικά
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του φαινομενικό