φαινομηρίδα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φαινομηρίδα < αρχαία ελληνική φαινομηρίς < φαίνω + μηρός + καταλ. -ίς/-ίδος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φαινομηρίδα θηλυκό

  • χαρακτηρισμός για τις αρχαίες Σπαρτιάτισσες που φορούσαν ανοιχτό στα πλάγια ένδυμα, ώστε να φαίνονται οι μηροί τους
  • ανοιχτό στα πλάγια ένδυμα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]