φαινότυπος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φαινότυπος φαινότυποι
γενική φαινοτύπου φαινοτύπων
αιτιατική φαινότυπο φαινοτύπους
κλητική φαινότυπε φαινότυποι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φαινότυπος < απόδοση του γερμανικού όρου Ρhänotypus < αρχαία ελληνική φαίνω + τύπος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φαινότυπος αρσενικό

  • Το σύνολο των εμφανών εξωτερικών χαρακτηριστικών τού ατόμου που καθορίζονται ή από τα γονίδια ή από το περιβάλλον ή από την αλληλεπίδρασή τους

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]