φακίρισσα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φακίρισσα θηλυκό
- γυναίκα με θαυμαστές ικανότητες, γυναίκα θαυματοποιός
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φακίρισσα
|
|