φακελάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φακελάκι φακελάκια
γενική
αιτιατική φακελάκι φακελάκια
κλητική φακελάκι φακελάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φακελάκι < φάκελ(ος) + υποκοριστικό επίθημα -άκι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fa.cɛˈla.ci/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φακελάκι ουδέτερο (πληθυντικός φακελάκια)

  1. υποκοριστικό του φάκελος
  2. (ειδικότερα) συσκευασία που περιέχει κάποιο προϊόν σε μικρή ποσότητα ή σε ποσότητα που αντιστοιχεί σε μία δόση
    θα ήθελα δύο φακελάκια από αυτό το καινούριο φάρμακο για τον πονοκέφαλο
  3. (μεταφορικά) χρήματα που χρησιμοποιούνται για δωροδοκία
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μπαξίσι
    πολλοί γιατροί στα δημόσια νοσοκομεία σε κοιτάζουν μόνο αν τους δώσεις φακελάκι

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

για γλώσσες που δεν διαχωρίζουν το υποκοριστικό σε αυτόν τον όρο (ή γενικά) δείτε φάκελος

Μεταφράσεις που πρέπει να καταταγούν ανάλογα με την έννοιά τους: