φακιόλι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φακιόλι φακιόλια
γενική φακιολιού φακιολιών
αιτιατική φακιόλι φακιόλια
κλητική φακιόλι φακιόλια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φακιόλι < μεσαιωνική ελληνική φακιόλιν < ελληνιστική κοινή φακιάλιον < λατινικά faciale (=κεφαλομάντιλο) < facies (=μορφή, όψη, πρόσωπο)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φακιόλι ουδέτερο

  1. γυναικείος κεφαλόδεσμος, κεφαλομάντιλο
  2. μαντίλι που συνήθως δενόταν πάνω από το κούτελο, αφού είχε διπλωθεί ώστε να έχει τριγωνικό σχήμα με την άκρη του τριγώνου στο πίσω μέρος του κεφαλιού. Άλλες φορές τυλιγόταν σαν μπάντα προτού δεθεί.

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]