φακοσκλήρωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Χρειάζεται παραπομπή σε λεξικό, εγχειρίδιο ή κείμενο.


Νέα ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φακοσκλήρωση οι φακοσκληρώσεις
      γενική της φακοσκλήρωσης των φακοσκληρώσεων
    αιτιατική τη φακοσκλήρωση τις φακοσκληρώσεις
     κλητική φακοσκλήρωση φακοσκληρώσεις
Η λόγια γενική ενικού σε -εως δε συνηθίζεται σε νεότερες λέξεις.
Κατηγορία όπως «παγκοσμιοποίηση» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φακοσκλήρωση < (καθαρεύουσα) φακοσκλήρωσις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φακοσκλήρωση θηλυκό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]