φαλάγγιον

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική φαλάγγιον φαλαγγίω φαλάγγια
Γενική φαλαγγίου φαλαγγίοιν φαλαγγίων
Δοτική φαλαγγί φαλαγγίοιν φαλαγγίοις
Αιτιατική φαλάγγιον φαλαγγίω φαλάγγια
Κλητική φαλάγγιον φαλαγγίω φαλάγγια

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φαλάγγιον < φάλαγξ + υποκοριστικό επίθημα -ιον

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φαλάγγιον ουδέτερο

  1. (εντομολογία) είδος δηλητηριώδους αράχνης (το σφαλάγγι)
  2. ο ιστός που υφαίνει η αράχνη (1)
  3. (βοτανική) είδος φυτού (Lloydia graeca) που θεωρούνταν ότι εξουδετερώνει το δηλητήριο της αράχνης (1)
  4. στρογγυλό κούτσουρο που μπαίνει κάτω από τα πλοία, για να διευκολύνει την μετακίνησή τους στην ξηρά
     συνώνυμα: κόραξ

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]