φαλάκρας

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φαλάκρας < φαλακρός

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φαλάκρας αρσενικό

  1. (οικείο) χαρακτηρισμός για εκείνον που έχει φαλάκρα, που είναι φαλακρός
    παιδιά ο φαλάκρας θα κεράσει, είναι η σειρά του

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος ουσιαστικού[επεξεργασία]

φαλάκρας θηλυκό

  1. φαλάκρα, στη γενική του ενικού