φανατισμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φανατισμός < (άμεσο δάνειο) γαλλική fanatisme < fanatique < λατινική fanaticus < fanum (ναός) < πρωτοϊταλική *fasno- < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dʰh₁s-no-
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /fa.na.tiˈzmos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : φα‐να‐τι‐σμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φανατισμός αρσενικό
- η προσήλωση σε κάτι (ιδέα, θρησκεία, ομάδα, πολιτική, πρόσωπο) με υπέρμετρο ζήλο και μίσος προς ό,τι αντίθετο
- ※ Χρειάστηκε να παλέψει με τις πρωτόγονες αντιλήψεις των κρατούντων κάθε μορφής, τη δαιμονοκρατία, τις προκαταλήψεις, την άγνοια, τη μαγεία, το σκοταδισμό, τον θρησκευτικό φανατισμό. (Βιογραφία: Μελάμπους (Άργος 1400 Π.Χ.) | Ένας Ιατρομάντης ψυχοθεραπευτής, psychologynow.gr, 1/2/2018 )
- ※ Ο Σαμιέλ Πατί ήθελε να διδάξει την ελευθερία της έκφρασης και την περίπτωση του Charlie Hebdo αλλά ο θρησκευτικός φανατισμός και ένα ψέμμα τον οδήγησαν σε φρικτό θάνατο (Γαλλία: Ένας δάσκαλος που αποκεφαλίστηκε για ένα ψέμμα - Σε δίκη οκτώ άτομα, 3/11/2024 )
Συνώνυμα
[επεξεργασία]Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φανατισμός
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)