φανερωμένος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική φανερωμένος φανερωμένη φανερωμένο
γενική φανερωμένου φανερωμένης φανερωμένου
αιτιατική φανερωμένο φανερωμένη φανερωμένο
κλητική φανερωμένε φανερωμένη φανερωμένο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φανερωμένοι φανερωμένες φανερωμένα
γενική φανερωμένων φανερωμένων φανερωμένων
αιτιατική φανερωμένους φανερωμένες φανερωμένα
κλητική φανερωμένοι φανερωμένες φανερωμένα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φανερωμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος φανερώνω

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

φανερωμένος

  • που έχει φανερωθεί, έχει γίνει φανερός
    φανερωμένο μυστικό (αυτό που εξέθεσε κάποιος ή βγήκε μόνο του στην επιφάνεια)
    η φανερωμένη εικόνα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]