φανοποιείο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φανοποιείο φανοποιεία
γενική φανοποιείου φανοποιείων
αιτιατική φανοποιείο φανοποιεία
κλητική φανοποιείο φανοποιεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φανοποιείο < φανοποιός + -είο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φανοποιείο ουδέτερο

  1. συνεργείο αυτοκινήτων που εξειδικεύεται στην αποκατάσταση φθορών και παραμορφώσεων στο αμάξωμα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]