φαντάζομαι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φαντάζομαι < αρχαία ελληνική φαντάζομαι < φαίνω
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /fanˈda.zo.me/
Ρήμα
[επεξεργασία]φαντάζομαι
- πλάθω ή δημιουργώ με την φαντασία μου
- ※ ...και κατά τις τέσσερις τα χαράματα κατέληγα ημιθανής στον καναπέ να βλέπω τη Μοιραράκη και να φαντάζομαι τα χαλιά της σοροπιαστά σαν γιγάντια βεζίρ παρμάκ με γέμιση φιστίκι Αιγίνης (ή, όπως το λέμε σα πάν΄, σαν φιστίκ). (Αύγουστος Κορτώ, Ο άνθρωπος που έτρωγε πολλά, εκδ. Πατάκη, 2016)
- έχω την πεποίθηση ή βάσιμους λόγους για την αλήθεια μιας υπόθεσης, εικάζω, πιθανολογώ με αρκετή βεβαιότητα