φανταρίστικο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος επιθέτου
[επεξεργασία]φανταρίστικο
- αιτιατική ενικού του φανταρίστικος
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, ουδέτερου γένους του φανταρίστικος
φανταρίστικο