φαντασία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φαντασία φαντασίες
γενική φαντασίας φαντασιών
αιτιατική φαντασία φαντασίες
κλητική φαντασία φαντασίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φαντασία <
  1. αρχαία ελληνική φαντασία
  2. λόγιο ενδογενές δάνειο: γερμανική Phantasie

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φαντασία θηλυκό

  1. (ψυχολογία) η ψυχική ικανότητα της αναπαράστασης γεγονότων ή πραγμάτων
  2. (μειωτικά) κάτι που δεν είναι πραγματικό αλλά έχει αναπαραχθεί στο μυαλό κάποιου
    αυτά έγιναν μόνο στη φαντασία του
  3. (μεταφορικά) έπαρση
  4. (μουσική) μουσική σύνθεση με ελεύθερη, μουσικά, μορφή

Εκφράσεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

φαντασία < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

φαντασία θηλυκό

  1. εμφάνιση, εξωτερική όψη
  2. (φιλοσοφία) η δύναμη μέσω της οποίας κάποια έννοια γίνεται φανερή στο νου