φανφαρόνα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φανφαρόνα < φανφαρόνος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φανφαρόνα θηλυκό
- το θηλυκό του φανφαρόνος
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φανφαρόνα