φαρέτρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | φαρέτρα | οι | φαρέτρες |
| γενική | της | φαρέτρας | των | φαρετρών |
| αιτιατική | τη | φαρέτρα | τις | φαρέτρες |
| κλητική | φαρέτρα | φαρέτρες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φαρέτρα < αρχαία ελληνική φαρέτρα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φαρέτρα θηλυκό
- θήκη για τα βέλη
- (μεταφορικά) τα όπλα ή επιχειρήματα που έχει στη διάθεσή του κάποιος για μια επιδίωξη
- Δεν είπε ακόμα την τελευταία λέξη. Έχει και άλλα βέλη στη φαρέτρα του
- (μεταφορικά) κυλινδρική θήκη σχεδίου
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
φαρέτρα στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φαρέτρα
|
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | |||
|---|---|---|---|---|---|
| φᾰρετρᾱ- | |||||
| ονομαστική | ἡ | φαρέτρᾱ | αἱ | φαρέτραι | |
| γενική | τῆς | φαρέτρᾱς | τῶν | φαρετρῶν | |
| δοτική | τῇ | φαρέτρᾳ | ταῖς | φαρέτραις | |
| αιτιατική | τὴν | φαρέτρᾱν | τὰς | φαρέτρᾱς | |
| κλητική ὦ! | φαρέτρᾱ | φαρέτραι | |||
| δυϊκός | |||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | φαρέτρᾱ | |||
| γεν-δοτ | τοῖν | φαρέτραιν | |||
| 1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'φαρέτρα' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | |||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φᾰρέτρᾱ < (κληρονομημένο) πρωτοελληνική *pʰərétrā < μηδενική βαθμίδα *bʰr̥- από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰer- (φέρω). Συγχρονικά αναλύεται σε θέμα φᾰρ- του φέρω + -έτρᾱ, παραβάλετε ὀρχήστρᾱ.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pʰa.ɾé.tɾaː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : φᾰ‐ρέ‐τρᾱ
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φᾰρέτρᾱ, -ᾱς θηλυκό
- (οπλισμός) η φαρέτρα, θήκη για τα βέλη
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ξενοφῶν, Κύρου Ἀνάβασις, 4, 4.16
- πορευθεὶς δὲ τὰ μὲν πυρὰ οὐκ ἔφη ἰδεῖν, ἄνδρα δὲ συλλαβὼν ἧκεν ἄγων ἔχοντα τόξον Περσικὸν καὶ φαρέτραν καὶ σάγαριν οἵανπερ καὶ ‹αἱ› Ἀμαζόνες ἔχουσιν.
- Πήγε λοιπόν και γυρίζοντας είπε πως δεν είδε φωτιές, έπιασε και έφερε όμως έναν άντρα, που κρατούσε τόξο περσικό και φαρέτρα κι ένα τσεκούρι σαν αυτό που κρατούν οι Αμαζόνες.
- Μετάφραση (1981): Γεώργιος Δ. Ζευγώλης. Αθήνα:ΟΕΔΒ @greek‑language.gr
- πορευθεὶς δὲ τὰ μὲν πυρὰ οὐκ ἔφη ἰδεῖν, ἄνδρα δὲ συλλαβὼν ἧκεν ἄγων ἔχοντα τόξον Περσικὸν καὶ φαρέτραν καὶ σάγαριν οἵανπερ καὶ ‹αἱ› Ἀμαζόνες ἔχουσιν.
- ≈ συνώνυμα: γωρυτός, κούκουρον (στο Βυζάντιο)
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ξενοφῶν, Κύρου Ἀνάβασις, 4, 4.16
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- φαρέτρα - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- φαρέτρα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'χώρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'φαρέτρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φαρέτρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰer- (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -τρα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Οπλισμός (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ξενοφώντα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)