φαρδύς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική φαρδύς φαρδιά φαρδύ
γενική φαρδιού
φαρδύ
φαρδιάς φαρδιού
αιτιατική φαρδύ φαρδιά φαρδύ
κλητική φαρδύ φαρδιά φαρδύ
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φαρδιοί
φαρδείς
φαρδιές φαρδιά
γενική φαρδιών φαρδιών φαρδιών
αιτιατική φαρδιούς
φαρδείς
φαρδιές φαρδιά
κλητική φαρδιοί
φαρδείς
φαρδιές φαρδιά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φαρδύς < μεσαιωνική ελληνική φαρδύς < αρχαία ελληνική εὐφραδής < εὖ + φράζω

Επίθετο[επεξεργασία]

φαρδύς

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]