φαρμακαποθηκάριος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φαρμακαποθηκάριος < φαρμακαποθήκ(η) + -άριος
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /faɾ.ma.ka.po.θiˈka.ɾi.os/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : φαρ‐μα‐κα‐πο‐θη‐κά‐ρι‐ος
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φαρμακαποθηκάριος αρσενικό ή θηλυκό
- (επάγγελμα) άτομο που είναι ιδιοκτήτης μιας φαρμακαποθήκης
- ※ Στα χαρακώματα βρίσκονται οι φαρμακαποθηκάριοι εναντίον των φαρμακοποιών με αφορμή το νέο δελτίο τιμών φαρμάκων.
- Κόντρα φαρμακοποιών και φαρμακαποθηκαρίων, Η Καθημερινή, 17 Δεκεμβρίου 2015
- ※ Στα χαρακώματα βρίσκονται οι φαρμακαποθηκάριοι εναντίον των φαρμακοποιών με αφορμή το νέο δελτίο τιμών φαρμάκων.
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φαρμακαποθηκάριος
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- φαρμακαποθηκάριος - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη. (συντομογραφίες)
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ζωγράφος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά κοινού γένους (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -άριος (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα τύπου (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)