Μετάβαση στο περιεχόμενο

φαρμακαποθηκάριος

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο/η φαρμακαποθηκάριος οι φαρμακαποθηκάριοι
      γενική του/της φαρμακαποθηκάριου των φαρμακαποθηκάριων
    αιτιατική τον/τη φαρμακαποθηκάριο τους/τις φαρμακαποθηκάριους
     κλητική φαρμακαποθηκάριε φαρμακαποθηκάριοι
Κατηγορία όπως «ζωγράφος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φαρμακαποθηκάριος < φαρμακαποθήκ(η) + -άριος

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /faɾ.ma.ka.po.θiˈka.ɾi.os/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φαρμακαποθηκάριος

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φαρμακαποθηκάριος αρσενικό ή θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • φαρμακαποθηκάριος - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη.  (συντομογραφίες)