φασιανός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φασιανός φασιανοί
γενική φασιανού φασιανών
αιτιατική φασιανό φασιανούς
κλητική φασιανέ φασιανοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φασιανός < αρχαία ελληνική φασιανός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fa.sça.ˈnɔs/
Pheasant.jpg

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φασιανός αρσενικό

  • (ορνιθολογία) πουλί της οικογένειας Phasianidae με πολύχρωμο φτέρωμα που το κυνηγούν για το νόστιμο κρέας του

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φασιανός < φασιανὸς ὄρνις < περιοχή Φασιανή < ανατολικά του Φάσιδος (ποταμός στην Κολχίδα)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φασιανός αρσενικό

  1. φασιανός