Μετάβαση στο περιεχόμενο

φασκελιά

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η φασκελιά οι φασκελιές
      γενική της φασκελιάς των φασκελιών
    αιτιατική τη φασκελιά τις φασκελιές
     κλητική φασκελιά φασκελιές
Οι καταλήξεις προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φασκελιά < φάσκελο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

φάσκελο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φασκελιά θηλυκό

  • η μούντζα

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]