Μετάβαση στο περιεχόμενο

φασκιώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φασκιώνω < αρχαία ελληνική φασκιῶ < φασκία

φασκιώνω

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]