φασολιά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φασολιά φασολιές
γενική φασολιάς φασολιών
αιτιατική φασολιά φασολιές
κλητική φασολιά φασολιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φασολιά < φασόλι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φασολιά θηλυκό

  1. το φυτό φασίολος, που παράγει τον καρπό του φασολιού


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]