φασουλοσαλάτα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /fa.su.lo.saˈla.ta/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : φα‐σου‐λο‐σα‐λά‐τα
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φασουλοσαλάτα θηλυκό
- (γαστρονομία) σαλάτα η οποία περιέχει φασόλια
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φασουλοσαλάτα
|
|
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -ο- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -σαλάτα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Γαστρονομία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)