φατριάζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /fa.tɾiˈa.zo/
Ρήμα
[επεξεργασία]φατριάζω
- σχηματίζω φατρίες, αδελφότητες, και επιδιώκω την υλοποίηση των ιδιοτελών συμφερόντων τους
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη φατρία
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | φατριάζω | φατρίαζα | θα φατριάζω | να φατριάζω | φατριάζοντας | |
| β' ενικ. | φατριάζεις | φατρίαζες | θα φατριάζεις | να φατριάζεις | φατρίαζε | |
| γ' ενικ. | φατριάζει | φατρίαζε | θα φατριάζει | να φατριάζει | ||
| α' πληθ. | φατριάζουμε | φατριάζαμε | θα φατριάζουμε | να φατριάζουμε | ||
| β' πληθ. | φατριάζετε | φατριάζατε | θα φατριάζετε | να φατριάζετε | φατριάζετε | |
| γ' πληθ. | φατριάζουν(ε) | φατρίαζαν φατριάζαν(ε) |
θα φατριάζουν(ε) | να φατριάζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | φατρίασα | θα φατριάσω | να φατριάσω | φατριάσει | ||
| β' ενικ. | φατρίασες | θα φατριάσεις | να φατριάσεις | φατρίασε | ||
| γ' ενικ. | φατρίασε | θα φατριάσει | να φατριάσει | |||
| α' πληθ. | φατριάσαμε | θα φατριάσουμε | να φατριάσουμε | |||
| β' πληθ. | φατριάσατε | θα φατριάσετε | να φατριάσετε | φατριάστε | ||
| γ' πληθ. | φατρίασαν φατριάσαν(ε) |
θα φατριάσουν(ε) | να φατριάσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω φατριάσει | είχα φατριάσει | θα έχω φατριάσει | να έχω φατριάσει | ||
| β' ενικ. | έχεις φατριάσει | είχες φατριάσει | θα έχεις φατριάσει | να έχεις φατριάσει | ||
| γ' ενικ. | έχει φατριάσει | είχε φατριάσει | θα έχει φατριάσει | να έχει φατριάσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε φατριάσει | είχαμε φατριάσει | θα έχουμε φατριάσει | να έχουμε φατριάσει | ||
| β' πληθ. | έχετε φατριάσει | είχατε φατριάσει | θα έχετε φατριάσει | να έχετε φατριάσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν φατριάσει | είχαν φατριάσει | θα έχουν φατριάσει | να έχουν φατριάσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φατριάζω
|
|