φαῦλος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : φαύλος, φαῦνος

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική φαῦλος φαύλη φαῦλον φαῦλοι φαῦλαι φαῦλα
Γενική φαύλου φαύλης φαύλου φαύλων φαύλων φαύλων
Δοτική φαύλῳ φαύλῃ φαύλῳ φαύλοις φαύλαις φαύλοις
Αιτιατική φαῦλον φαύλην φαῦλον φαύλους φαύλας φαῦλα
Κλητική φαῦλε φαύλη φαῦλον φαῦλοι φαῦλαι φαῦλα
Δυικός Αρσενικό-Ουδέτερο Θηλυκό
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική φαύλω φαύλα
Γενική-Δοτική φαύλοιν φαύλαιν
Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ φαῦλος τὸ φαῦλον οἱ, αἱ φαῦλοι τὰ φαῦλα
Γενική τοῦ, τῆς φαύλου τοῦ φαύλου τῶν φαύλων τῶν φαύλων
Δοτική τῷ, τῇ φαύλῳ τῷ φαύλῳ τοῖς, ταῖς φαύλοις τοῖς φαύλοις
Αιτιατική τὸν, τὴν φαῦλον τὸ φαῦλον τοὺς, τὰς φαύλους τὰ φαῦλα
Κλητική φαῦλε φαῦλον φαῦλοι φαῦλα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική φαύλω
Γενική-Δοτική φαύλοιν


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φαῦλος < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *peh₂w- (λίγος, μικρός)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φαῦλος, -η / -ος, -ον

  1. ασήμαντος, μηδαμινός, τιποτένιος
  2. κοινός, συνηθισμένος
  3. αδιάφορος
  4. μέτριος, ανίκανος
  5. φαύλος, κακός, κακόβουλος, αχρείος
  6. κατώτερος, χαμηλόβαθμος
  7. αμελής
  8. ειλικρινής
  9. ανυπόκριτος
  10. απλός

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]