Μετάβαση στο περιεχόμενο

φαῦσιγξ

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική φαῦσιγξ οἱ φαύσιγγες
      γενική τοῦ φαύσιγγος τῶν φαυσίγγων
      δοτική τῷ φαύσιγγ τοῖς φαύσιγξ(ν)
    αιτιατική τὸν φαύσιγγ τοὺς φαύσιγγᾰς
     κλητική ! φαῦσιγξ φαύσιγγες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  φαύσιγγε
γεν-δοτ τοῖν  φαυσίγγοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'φάλαγξ' όπως «φάλαγξ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φαῦσιγξ < φαύζω  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φαῦσιγξ, -ιγγος θηλυκό

  1. (ιατρική) φουσκάλα από έγκαυμα
  2. (γενικότερα) κάθε φουσκάλα ή εξόγκωμα δέρματος