φείδομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φείδομαι < αρχαία ελληνική φείδομαι

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

φείδομαι

  1. (λόγιο) τσιγκουνεύομαι, διστάζω να δώσω, κάνω οικονομία, δείχνω συγκράτηση
    δεν φείδομαι χρημάτων
    φείδου χρόνου (μη σπαταλάς το χρόνο σου)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φείδομαι < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bʰeyd- (κόβω, χωρίζω) όπως το σανσκριτικό bhid (σπάω) και το λατινικό findo (σχίζω, κομματιάζω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

φείδομαι

φείδομαι τινός (συνήθως με γενική)
  1. κάνω οικονομία, δεν σπαταλώ
    μὴ φείδεσθε... στρατοῦ
  2. λυπάμαι, δείχνω οίκτο (π.χ. σε μάχη)
    ἀλλὰ ...πεφιδήσεται ἀνδρός (αλλά.. θα χαρίσει τη ζωή στον άνδρα)
  3. τον φροντίζω, τον προστατεύω
    ἵππων φειδόμενος
  4. λογαριάζω, λαμβάνω υπ΄όψη μου
    οὔτ᾽ ἀνθρώπων φείδεται οὔτε θεῶν
    φείδου τῆς τοῦ λόγου συμμετρίας
  5. απέχω, αποχωρώ, υποχωρώ, κρατιέμαι
    φείδου μηδὲν ὧνπερ ἐννοεῖς (μην κάνεις πίσω στο σχέδιό σου)
    μὴ φείδου εἴ τι ἔχεις διδάσκειν (μην κρατιέσαι, λέγε)

χρόνοι[επεξεργασία]

Τύποι του ρήματος που απαντούν:

Ενεστώτας: φείδομαι
Παρατατικός: (φειδόμην)
Μέλλοντας: φειδήσομαι φείσομαι και ποιητ. πεφιδήσομαι
Αόριστος: ἐφεισάμην και φεισάμην και αόριστος β' πεφιδόμην, απαρέμφατο πεφιδέσθαι
Παρακείμενος: (πέφεισμαι)


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]