φεγγαράκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φεγγαράκι φεγγαράκια
γενική
αιτιατική φεγγαράκι φεγγαράκια
κλητική φεγγαράκι φεγγαράκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φεγγαράκι < (υποκοριστικό) φεγγάρι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φεγγαράκι ουδέτερο

  1. τρυφερά, ποιητικά το φεγγάρι
    • χάρτινο το φεγγαράκι, ψεύτικη η ακρογιαλιά, αν μ' αγάπαγες λιγάκι, θα' ταν όλα αληθινά (Νίκος Γκάτσος και μουσική Χατζιδάκι)
    • φεγγαράκι μου λαμπρό, φέγγε μου να περπατώ (δημοτικό)
  2. γλυκόλογο
    • φεγγαράκι μου!


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]