φειδωλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φειδωλός η φειδωλή το φειδωλό
      γενική του φειδωλού της φειδωλής του φειδωλού
    αιτιατική τον φειδωλό τη φειδωλή το φειδωλό
     κλητική φειδωλέ φειδωλή φειδωλό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φειδωλοί οι φειδωλές τα φειδωλά
      γενική των φειδωλών των φειδωλών των φειδωλών
    αιτιατική τους φειδωλούς τις φειδωλές τα φειδωλά
     κλητική φειδωλοί φειδωλές φειδωλά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φειδωλός < αρχαία ελληνική φειδωλός < φειδώ

Επίθετο[επεξεργασία]

φειδωλός, -ή, -ό

  1. που παρέχει κάτι σε μικρές ποσότητες, με φειδώ, με μέτρο και περίσκεψη.
    είναι φειδωλός στα σχόλιά του
  2. (συνεκδοχικά) που χαρακτηρίζεται από φειδώ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]