φειδωλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο φειδωλός η φειδωλή το φειδωλό
      γενική του φειδωλού της φειδωλής του φειδωλού
    αιτιατική τον φειδωλό τη φειδωλή το φειδωλό
     κλητική φειδωλέ φειδωλή φειδωλό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι φειδωλοί οι φειδωλές τα φειδωλά
      γενική των φειδωλών των φειδωλών των φειδωλών
    αιτιατική τους φειδωλούς τις φειδωλές τα φειδωλά
     κλητική φειδωλοί φειδωλές φειδωλά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φειδωλός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική φειδωλός < φειδώ

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /fi.ðoˈlos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φει‐δω‐λός

Επίθετο

[επεξεργασία]

φειδωλός, -ή, -ό

  1. που παρέχει κάτι σε μικρές ποσότητες, με φειδώ, με μέτρο και περίσκεψη.
    είναι φειδωλός στα σχόλιά του
  2. (συνεκδοχικά) που χαρακτηρίζεται από φειδώ

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



γένη → αρσενικό & θηλυκό θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / φειδωλός φειδωλή τὸ φειδωλόν
      γενική τοῦ/τῆς φειδωλοῦ τῆς φειδωλῆς τοῦ φειδωλοῦ
      δοτική τῷ/τῇ φειδωλ τῇ φειδωλ τῷ φειδωλ
    αιτιατική τὸν/τὴν φειδωλόν τὴν φειδωλήν τὸ φειδωλόν
     κλητική ! φειδωλέ φειδωλή φειδωλόν
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ φειδωλοί αἱ φειδωλαί τὰ φειδωλᾰ́
      γενική τῶν φειδωλῶν τῶν φειδωλῶν τῶν φειδωλῶν
      δοτική τοῖς/ταῖς φειδωλοῖς ταῖς φειδωλαῖς τοῖς φειδωλοῖς
    αιτιατική τοὺς/τὰς φειδωλούς τὰς φειδωλᾱ́ς τὰ φειδωλᾰ́
     κλητική ! φειδωλοί φειδωλαί φειδωλᾰ́
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ φειδωλώ τὼ φειδωλᾱ́ τὼ φειδωλώ
      γεν-δοτ τοῖν φειδωλοῖν τοῖν φειδωλαῖν τοῖν φειδωλοῖν
Ο τύπος του θηλυκού σε -ός, περισσότερο συνηθισμένος.
2η&1η κλίση, Κατηγορία 'κολοβός' όπως «κολοβός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φειδωλός < λείπει η ετυμολογία

Επίθετο

[επεξεργασία]

φειδωλός, -ή/-ός, -όν, υπερθετικός: φειδωλότατος

  1. φειδωλός, οικονομικός
    ※  5ος/4ος πκε αιώνας, Λυσίας, Ὑπὲρ τοῦ Ἐρατοσθένους φόνου ἀπολογία, 1.7
    ἐν μὲν οὖν τῷ πρώτῳ χρόνῳ, ὦ Ἀθηναῖοι, πασῶν ἦν βελτίστη, καὶ γὰρ οἰκονόμος δεινὴ καὶ φειδωλὸς [ἀγαθὴ] καὶ ἀκριβῶς πάντα διοικοῦσα·
    Τον πρώτο καιρό λοιπόν, Αθηναίοι, ήταν όντως η καλύτερη απ᾽ όλες: ήταν νοικοκυρά φοβερή και μετρημένη στα έξοδα και διαχειριζόταν τα πάντα με μέτρο.
    Μετάφραση: Θ. Κ. Στεφανόπουλος, @greek‑language.gr
    ※  5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Πολιτεία, 9, 572c
    ἦν δέ που γεγονὼς ἐκ νέου ὑπὸ φειδωλῷ πατρὶ τεθραμμένος, τὰς χρηματιστικὰς ἐπιθυμίας τιμῶντι μόνας, τὰς δὲ μὴ ἀναγκαίους ἀλλὰ παιδιᾶς τε καὶ καλλωπισμοῦ ἕνεκα γιγνομένας ἀτιμάζοντι.
    Λέγαμε ότι από τα νιάτα του ανατράφηκε από πατέρα φειδωλό, που μόνο τις επιθυμίες του χρηματικού κέρδους τιμά και περιφρονεί τις μη αναγκαίες που αποβλέπουν μόνο στη διασκέδαση και στον καλλωπισμό.
    Μετάφραση (στη δημοτική, χ.χ.): Ιωάννης Γρυπάρης. Θεσσαλονίκη: ΚΕΓ, 2015 (στην καθαρεύουσα, 1911, Εκδ.Φέξη) @greek‑language.gr
  2. φιλεύσπλαχνος
  3. (ως ουσιαστικό) τσιγγούνης
    ※  5ος/4ος πκε αιώνας Πλάτων, Πολιτεία, 8, 554e (554e-555a)
    Καὶ μὴν ἀνταγωνιστής γε ἰδίᾳ ἐν πόλει ὁ φειδωλὸς [555a] φαῦλος ἤ τινος νίκης ἢ ἄλλης φιλοτιμίας τῶν καλῶν, χρήματά τε οὐκ ἐθέλων εὐδοξίας ἕνεκα καὶ τῶν τοιούτων ἀγώνων ἀναλίσκειν, δεδιὼς τὰς ἐπιθυμίας τὰς ἀναλωτικὰς ἐγείρειν καὶ συμπαρακαλεῖν ἐπὶ συμμαχίαν τε καὶ φιλονικίαν, ὀλίγοις τισὶν ἑαυτοῦ πολεμῶν ὀλιγαρχικῶς τὰ πολλὰ ἡττᾶται καὶ πλουτεῖ.
    Και όταν θα πρόκειται για ευγενική άμιλλα μεταξύ των πολιτών [555a] ή καμιά νίκη ή για ό,τι άλλο από τα ωραία αγωνίσματα της φιλοτιμίας, ο φιλοχρήματος δεν θα παίρνει μέρος σ᾽ αυτά, γιατί δεν θα θέλει να ξοδεύει χρήματα για τη δόξα και τους αγώνες αυτού του είδους, και θα φοβάται να ξυπνήσει μέσα του τις ξοδευτικές επιθυμίες και να τις προσκαλέσει σε βοήθειά του και σε σύμπραξη· διαγωνίζεται λοιπόν με πολύ λίγο μέρος από τα δικά του, δηλαδή ολιγαρχικά, κι έτσι πάντοτε νικιέται, αλλά και πάντοτε μένει πλούσιος.
    Μετάφραση (στη δημοτική, χ.χ.): Ιωάννης Γρυπάρης. Θεσσαλονίκη: ΚΕΓ, 2015 (στην καθαρεύουσα, 1911, Εκδ.Φέξη) @greek‑language.gr
  4. (το ουδέτερο ως ουσιαστικό) τσιγκουνιά

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]