φειδώ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φειδώ < αρχαία ελληνική φειδώ


πτώση ενικός
ονομαστική φειδώ
γενική φειδώς
& φειδούς
αιτιατική φειδώ
κλητική φειδώ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φειδώ θηλυκό

Η κατανάλωση νερού και ρεύματος, πρέπει να γίνεται με φειδώ κατά τους καλοκαιρινούς μήνες.

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός
Ονομαστική ἡ φειδώ
Γενική τῆς φειδοῦς
Δοτική τῇ φειδοῖ
Αιτιατική τὴν φειδώ
Κλητική (ὦ) φειδοῖ

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φειδώ < φείδομαι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φειδώ θηλυκό

  1. η συγκρατημένη συμπεριφορά στα έξοδα και στη χρήση υλών, η λιτότητα, η οικονομία
    τῆς αἰδοῦς ὀλίγην ποιήσασθαι φειδώ (μην κάνετε πολλή οικονομία στη σεμνότητα)
  2. η λύπηση, ο οίκτος, το να χαρίζεσαι
    οὔτε φειδώ τῶν παίδων οὔτ᾽ ἔλεον ἔσχον (δεν λυπήθηκαν ούτε τα παιδιά, ούτε σ' αυτά χαρίστηκαν)
    ἄνευ παντὸς οἴκτου καὶ φειδοῦς (αλύπητα)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]