φελλός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φελλός φελλοί
γενική φελλού φελλών
αιτιατική φελλό φελλούς
κλητική φελλέ φελλοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φελλός < αρχαία ελληνική φελλός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fɛ.ˈlɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φελλός αρσενικό

  1. αδιάβροχο υλικό με σπογγώδη μορφή, το οποίο λαμβάνεται από το φλοιό δέντρων, κυρίως, της φελλόδρυος
  2. (συνεκδοχικά) κυλινδρικό πώμα μπουκαλιού από το παραπάνω υλικό
  3. (συνεκδοχικά) κομμάτι από το παραπάνω υλικό που συγκρατεί τα διχτυα ή το αγκίστρι του ψαρά πάνω από τον πυθμένα
  4. (αργκό) ο ανόητος ή ο ανάξιος άνθρωπος, που επιπλέει σαν τον φελλό

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • οι φελλοί πάντα επιπλέουν : οι ανάξιοι πάντα αναδεικνύονται ή επιβιώνουν

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική φελλός φελλώ φελλοί
Γενική φελλοῦ φελλοῖν φελλῶν
Δοτική φελλ φελλοῖν φελλοῖς
Αιτιατική φελλόν φελλώ φελλούς
Κλητική φελλέ φελλώ φελλοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φελλός < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *bhel- (λευκός, γυαλιστερός)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φελλός αρσενικό

  1. είδος δρυός που παράγει τον φελλό
  2. φλοιός του δέντρου, ο φελλός που χρησιμποιείται ως υλικό

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

  • ὁ, ἡ φελλόπους, το φελλόπουν (αυτός που έχει πόδια από φελλό)
  • οἱ Φελλόποδες (αναφέρονται σε ιστορία του Λουκιανού)
  • ἡ φελλόδρυς (αρκαδικό αειθαλές δέντρο πιο σκληρό από τον πρίνο)