Μετάβαση στο περιεχόμενο

φενακιστής

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο φενακιστής οι φενακιστές
      γενική του φενακιστή των φενακιστών
    αιτιατική τον φενακιστή τους φενακιστές
     κλητική φενακιστή φενακιστές
Κατηγορία όπως «ποιητής» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φενακιστής < ελληνιστική κοινή φενακιστής[1] < αρχαία ελληνική φενακίζω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φενακιστής αρσενικό

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. φενακιστής - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.