φεουδαρχία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική φεουδαρχία φεουδαρχίες
γενική φεουδαρχίας φεουδαρχιών
αιτιατική φεουδαρχία φεουδαρχίες
κλητική φεουδαρχία φεουδαρχίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φεουδαρχία < φεουδαρχισμός ( < φεουδάρχ + ισμος) + -ος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φεουδαρχία θηλυκό

  1. το πολιτικό και κοινωνικό σύστημα που επικράτησε στη Δυτική Ευρώπη κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα· ο όρος χαρακτηρίζει το πλέγμα σχέσεων μεταξύ των διάφορων βαθμίδων της στρατιωτικής αριστοκρατίας, σύμφωνα με το οποίο ο ισχυρότερος στην τάξη ευγενής παραχωρούσε ένα τμήμα γης (το φέουδο) σε κάποιον υποτελή του σε αντάλλαγμα των στρατιωτικών υπηρεσιών του· ο όρος αναφέρεται επίσης στην πολυδιάσπαση της εξουσίας που προέκυψε κατ' αυτόν τον τρόπο
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: φεουδαλισμός, φεουδαρχισμός
  2. χαρακτηρισμός για ανάλογα κοινωνικά συστήματα σε άλλα μέρη του κόσμου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]