φερέγγυος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φερέγγυος < αρχαία ελληνική φερέγγυος
Επίθετο
[επεξεργασία]φερέγγυος
- αξιόπιστος, αξιόχρεος
- φερέγγυος ομιλητής
- φερέγγυος δανειολήπτης ή οφειλέτης
Αντώνυμα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Δείτε επίσης
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φερέγγυος
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| Πτώση | Ενικός | Πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ὁ, ἡ φερέγγυος | τὸ φερέγγυον | οἱ, αἱ φερέγγυοι | τὰ φερέγγυα |
| Γενική | τοῦ, τῆς φερεγγύου | τοῦ φερεγγύου | τῶν φερεγγύων | τῶν φερεγγύων |
| Δοτική | τῷ, τῇ φερεγγύῳ | τῷ φερεγγύῳ | τοῖς, ταῖς φερεγγύοις | τοῖς φερεγγύοις |
| Αιτιατική | τὸν, τὴν φερέγγυον | τὸ φερέγγυον | τοὺς, τὰς φερεγγύους | τὰ φερέγγυα |
| Κλητική | φερέγγυε | φερέγγυον | φερέγγυοι | φερέγγυα |
| Πτώσεις | Δυικός | |||
| Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική | φερεγγύω | |||
| Γενική-Δοτική | φερεγγύοιν | |||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]φερέγγυος, -ος, -ον
- φερέγγυος, που παρέχει εγγύηση
- που είναι άξιος εμπιστοσύνης
- που είναι ικανός να απαντήσει σε κάτι
- ικανός, κατάλληλος
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- φερέγγυος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- φερέγγυος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.