φεσώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φεσώνω < φέσι (με την έννοια της ανεξόφλητης οφειλής) + -ώνω

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

φεσώνω(παθητική φωνή φεσώνομαι)

  1. παραχρεώνω πελάτη μου συνήθως αδικαιολόγητα
  2. δεν εξοφλώ δάνειο, οφειλή
    Αφού δεν έχω μία, θα τους φεσώσω κανονικά
  3. επιβαρύνω

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]