φετίχ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φετίχ < γαλλική fétiche (προφορά: fe.tiʃ) < πορτογαλική feitiço < λατινική facticius < factus + -icius < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος facio < πρωτοϊταλικά *fakiō < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *dʰeh₁- ‎(θέτω, βάζω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /fε.ˈtix/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φετίχ ουδέτερο άκλιτο

  1. αντικείμενο ή πλάσμα (συνήθως ζώο) που λατρεύεται από διάφορους πολιτισμούς για τις υπερφυσικές του ιδιότητες
  2. (μεταφορικά) η απόδοση ανύπαρκτων ιδιοτήτων σε ένα αντικείμενο, συχνά -αλλά όχι πάντα- για ερωτική ικανοποίηση
    το φετίχ του είναι οι κόκκινες γόβες (τον διεγείρουν σεξουαλικά)
    το φετίχ τους ειναι το χρήμα (το λατρεύουν σαν κάτι θεϊκό)
    Ούτε το ευρώ ούτε η δραχμή μπορεί να είναι φετίχ. (Εφημερίδα Καθημερινή, 30/3/2013)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]