φεύγω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φεύγω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φεύγω (το σκάω, ξεφεύγω) < αρχαία ελληνική φεύγω (τρέπομαι σε φυγή).[1][2]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ˈfe.vɣo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : φεύ‐γω
Ρήμα
[επεξεργασία]φεύγω, πρτ.: έφευγα, στ.μέλλ.: θα φύγω, αόρ.: έφυγα
- κινούμαι από έναν τόπο με σκοπό να πάω κάπου αλλού, αφήνω ένα μέρος, αναχωρώ ή αποχωρώ
- το τρένο φεύγει στις 8
- φεύγω από την Ελλάδα
- παραμερίζω, απομακρύνομαι (κυριολεκτικά ή μεταφορικά)
- φύγε από μπροστά μου, δεν βλέπω
- μη φεύγεις από το θέμα
- απαλλάσσω κάποιον από την παρουσία μου επειδή το θέλω εγώ (τον εγκαταλείπω) ή αυτός (επειδή με θεωρεί εμπόδιο)
- αν φύγεις θα σκοτωθώ (αν με εγκαταλείψεις ερωτικά, αν χωρίσουμε)
- η Ελλάδα έφυγε από το ΝΑΤΟ εξαιτίας του Κυπριακού (βγήκε, έπαψε να συμμετέχει στο στρατιωτικό σκέλος της συμμαχίας)
- μου ξεκαθάρισε ότι πρέπει να φύγω από τη μέση
- παύω να υπάρχω, εξαφανίζομαι
- να δω πώς θα φύγει τώρα ο λεκές
- πώς φεύγουν έτσι τα λεφτά
- διατίθεμαι, πωλούμαι
- με χαμηλές τιμές φεύγει εύκολα το εμπόρευμα
- ξεφεύγω, δραπετεύω
- ο κατάδικος τους έφυγε μέσα από τα χέρια
- δεν κατάλαβα πώς μου έφυγε το παιδί και βρέθηκε στο δρόμο
- μου φεύγει: χάνω τον έλεγχο ενός πράγματος, μου ξεφεύγει
- του έφυγαν τα τσίσα
- του έφυγε το τιμόνι κι έπεσε στην κολώνα
- είναι εμπιστευτικά όλα αυτά, μη σου φύγει κουβέντα
- (μεταφορικά) πεθαίνω
- πάει ο κυρ-Κώστας, έφυγε
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]και
Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | φεύγω | έφευγα | θα φεύγω | να φεύγω | φεύγοντας | |
| β' ενικ. | φεύγεις | έφευγες | θα φεύγεις | να φεύγεις | φεύγε | |
| γ' ενικ. | φεύγει | έφευγε | θα φεύγει | να φεύγει | ||
| α' πληθ. | φεύγουμε | φεύγαμε | θα φεύγουμε | να φεύγουμε | ||
| β' πληθ. | φεύγετε | φεύγατε | θα φεύγετε | να φεύγετε | φεύγετε | |
| γ' πληθ. | φεύγουν(ε) | έφευγαν φεύγαν(ε) |
θα φεύγουν(ε) | να φεύγουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | έφυγα | θα φύγω | να φύγω | φύγει | ||
| β' ενικ. | έφυγες | θα φύγεις | να φύγεις | φύγε | ||
| γ' ενικ. | έφυγε | θα φύγει | να φύγει | |||
| α' πληθ. | φύγαμε | θα φύγουμε | να φύγουμε | |||
| β' πληθ. | φύγατε | θα φύγετε | να φύγετε | φύγτε | ||
| γ' πληθ. | έφυγαν φύγαν(ε) |
θα φύγουν(ε) | να φύγουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω φύγει | είχα φύγει | θα έχω φύγει | να έχω φύγει | ||
| β' ενικ. | έχεις φύγει | είχες φύγει | θα έχεις φύγει | να έχεις φύγει | ||
| γ' ενικ. | έχει φύγει | είχε φύγει | θα έχει φύγει | να έχει φύγει | ||
| α' πληθ. | έχουμε φύγει | είχαμε φύγει | θα έχουμε φύγει | να έχουμε φύγει | ||
| β' πληθ. | έχετε φύγει | είχατε φύγει | θα έχετε φύγει | να έχετε φύγει | ||
| γ' πληθ. | έχουν φύγει | είχαν φύγει | θα έχουν φύγει | να έχουν φύγει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φεύγω
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ φεύγω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ φεύγω - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Πηγές
[επεξεργασία]- φεύγω - Γιώργος Β. Κάτος, Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας, Θεσσαλονίκη, 2016 online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φεύγω < πρωτοελληνική *pʰéugō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰewg- (τρέπομαι σε φυγή).[1] Ομόρριζα: φυγή. Συγγενή: λατινική fugiō.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /pʰěu̯.gɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : φεύ‐γω
Ρήμα
[επεξεργασία]φεύγω
- τρέπομαι σε φυγή, το βάζω στα πόδια, φεύγω
- (με πρόθεση) «φεύγω ἀπό ή ἔκ τινος»
- (σπάνιο) (με γενική μόνο)
- (με σύστοιχη αιτιατική) «φεύγειν φυγήν», ομοίως «φυγῇ φεύγειν»
- «φεύγω τὴν παρὰ θάλασσαν» (εννοείται ὁδόν) φεύγω ταχύτατα προς την θάλασσα
- ο ενεστώτας και ο παρατατικός κυρίως δηλώνουν την προσπάθεια να φύγει κάποιος, απ' όπου η μετοχή φεύγων συνάπτεται με σύνθετα ρήματα π.χ. ἀποφεύγω, ἐκφεύγω, προφεύγω, για να διακρίνεται η προσπάθεια από την πραγματοποίηση
- «φεύγω εἰς…» καταφεύγω, βρίσκω καταφύγιο σε…
- (με απαρέμφατο) διστάζω, αποφεύγω να κάνω κάτι
- και με παράλειψη του απαρεμφάτου· οπισθοχωρώ
- (με αιτιατική) απέχω, διαφεύγω, αποφεύγω
- για πράγματα· φεύγω
- «ἠνίοχον φύγον ἡνία» τα ηνία έφυγαν από τα χέρια του
- φεύγω από την πατρίδα μου εξαιτίας ενός εγκλήματος
- «οἱ φεύγοντες» οι εξόριστοι
- «φεύγω πατρίδα»
- «φεύγω ὑπό τινος»
- εξορίζομαι από κάποιον
- (απόλυτο) πηγαίνω ή ζω στην εξορία
- → λατινική: exulare
- (ως αττικός δικανικός όρος) είμαι κατηγορούμενος ή καταδιωκόμενος
- «ὁ φεύγων» κατηγορούμενος, εναγόμενος αντίθετο είναι το «διώκων» (κατήγορος, ενάγων)
- → λατινική: reus
- (με αιτιατική) «φεύγω γραφήν» ή «φεύγω δίκην» δικάζομαι ως κατηγορούμενος για κάτι
- το έγκλημα τίθεται σε γενική· «φεύγω φόνου (εννοείται δίκην)» κατηγορούμαι για φόνο
- «φεύγω ἀσεβείας ὑπό τινος» κατηγορούμαι ως ασεβής ή καταγγέλλομαι από κάποιον
- «ὁ φεύγων» κατηγορούμενος, εναγόμενος αντίθετο είναι το «διώκων» (κατήγορος, ενάγων)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία]
| ||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| ||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| ||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| |||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
| ||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||||
Απόγονοι
[επεξεργασία]φεύγω (αρχαία ελληνικά)
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ φεύγω σελ. 1564 - ⌘ Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 1‑2.
Πηγές
[επεξεργασία]- φεύγω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- φεύγω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Κληρονομημένες λέξεις από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μεταφορικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Κληρονομημένες λέξεις από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοελληνική (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰewg- (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ρήματα (αρχαία ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Σπάνιοι όροι (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)