Μετάβαση στο περιεχόμενο

φεύγω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φεύγω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική φεύγω (το σκάω, ξεφεύγω) < αρχαία ελληνική φεύγω (τρέπομαι σε φυγή).[1][2]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈfe.vɣo/
τυπογραφικός συλλαβισμός: φεύγω

φεύγω, πρτ.: έφευγα, στ.μέλλ.: θα φύγω, αόρ.: έφυγα

  1. κινούμαι από έναν τόπο με σκοπό να πάω κάπου αλλού, αφήνω ένα μέρος, αναχωρώ ή αποχωρώ
    το τρένο φεύγει στις 8
    φεύγω από την Ελλάδα
  2. παραμερίζω, απομακρύνομαι (κυριολεκτικά ή μεταφορικά)
    φύγε από μπροστά μου, δεν βλέπω
    μη φεύγεις από το θέμα
  3. απαλλάσσω κάποιον από την παρουσία μου επειδή το θέλω εγώ (τον εγκαταλείπω) ή αυτός (επειδή με θεωρεί εμπόδιο)
    αν φύγεις θα σκοτωθώ (αν με εγκαταλείψεις ερωτικά, αν χωρίσουμε)
    η Ελλάδα έφυγε από το ΝΑΤΟ εξαιτίας του Κυπριακού (βγήκε, έπαψε να συμμετέχει στο στρατιωτικό σκέλος της συμμαχίας)
    μου ξεκαθάρισε ότι πρέπει να φύγω από τη μέση
  4. παύω να υπάρχω, εξαφανίζομαι
    να δω πώς θα φύγει τώρα ο λεκές
    πώς φεύγουν έτσι τα λεφτά
  5. διατίθεμαι, πωλούμαι
    με χαμηλές τιμές φεύγει εύκολα το εμπόρευμα
  6. ξεφεύγω, δραπετεύω
    ο κατάδικος τους έφυγε μέσα από τα χέρια
    δεν κατάλαβα πώς μου έφυγε το παιδί και βρέθηκε στο δρόμο
  7. μου φεύγει: χάνω τον έλεγχο ενός πράγματος, μου ξεφεύγει
    του έφυγαν τα τσίσα
    του έφυγε το τιμόνι κι έπεσε στην κολώνα
    είναι εμπιστευτικά όλα αυτά, μη σου φύγει κουβέντα
  8. (μεταφορικά) πεθαίνω
    πάει ο κυρ-Κώστας, έφυγε

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

και

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. φεύγω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. φεύγω - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
  • φεύγω -  Γιώργος Β. Κάτος, Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας, Θεσσαλονίκη, 2016 online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1 2)



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φεύγω < πρωτοελληνική *pʰéugō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰewg- (τρέπομαι σε φυγή).[1] Ομόρριζα: φυγή. Συγγενή: λατινική fugiō.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /pʰěu̯.gɔː/ (5ος π.Χ. αιώνας Αττική)
τυπογραφικός συλλαβισμός: φεύγω

φεύγω

  1. τρέπομαι σε φυγή, το βάζω στα πόδια, φεύγω
    1. (με πρόθεση) «φεύγω ἀπό ή ἔκ τινος»
    2. (σπάνιο) (με γενική μόνο)
      παράδειγμα πεφυγμένος ἦεν ἀέθλων
    3. (με σύστοιχη αιτιατική) «φεύγειν φυγήν», ομοίως «φυγῇ φεύγειν»
    4. «φεύγω τὴν παρὰ θάλασσαν» (εννοείται ὁδόν) φεύγω ταχύτατα προς την θάλασσα
  2. ο ενεστώτας και ο παρατατικός κυρίως δηλώνουν την προσπάθεια να φύγει κάποιος, απ' όπου η μετοχή φεύγων συνάπτεται με σύνθετα ρήματα π.χ. ἀποφεύγω, ἐκφεύγω, προφεύγω, για να διακρίνεται η προσπάθεια από την πραγματοποίηση
    1. «βέλτερον, ὃς φεύγων προφύγῃ κακὸν ἠὲ ἁλώῃ» είναι καλύτερα κάποιος να φύγει για να αποφύγει το κακό παρά να μείνει και να συλληφθεί
    2. «φεύγων» εκφεύγω
  3. «φεύγω εἰς…» καταφεύγω, βρίσκω καταφύγιο σε…
  4. (με απαρέμφατο) διστάζω, αποφεύγω να κάνω κάτι
  5. (με αιτιατική) απέχω, διαφεύγω, αποφεύγω
    1. «φεύγω φόνον» αποφεύγω τις συνέπειες του φόνου
    2. η παθητική μετοχή παρακειμένου επίσης διατηρεί την αιτιατική στον Όμηρο, που την συνάπτει με εἶναι ή γενέσθαι, = πεφευγέναι
      1. «μοῖραν δ' οὔ τινά φημι πεφυγμένον ἔμμεναι» λέω ότι κανένας δεν μπορεί να ξεφύγει από τη μοίρα του
      2. «πεφυγμένον ἄμμε γενέσθαι»
  6. για πράγματα· φεύγω
    • «ἠνίοχον φύγον ἡνία» τα ηνία έφυγαν από τα χέρια του
  7. φεύγω από την πατρίδα μου εξαιτίας ενός εγκλήματος
    1. «οἱ φεύγοντες» οι εξόριστοι
    2. «φεύγω πατρίδα»
  8. «φεύγω ὑπό τινος»
    1. εξορίζομαι από κάποιον
    2. (απόλυτο) πηγαίνω ή ζω στην εξορία
      λατινική: exulare
  9. (ως αττικός δικανικός όρος) είμαι κατηγορούμενος ή καταδιωκόμενος
    1. «ὁ φεύγων» κατηγορούμενος, εναγόμενος αντίθετο είναι το «διώκων» (κατήγορος, ενάγων)
      λατινική: reus
    2. (με αιτιατική) «φεύγω γραφήν» ή «φεύγω δίκην» δικάζομαι ως κατηγορούμενος για κάτι
      1. το έγκλημα τίθεται σε γενική· «φεύγω φόνου (εννοείται δίκην)» κατηγορούμαι για φόνο
      2. «φεύγω ἀσεβείας ὑπό τινος» κατηγορούμαι ως ασεβής ή καταγγέλλομαι από κάποιον

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Απόγονοι

[επεξεργασία]

φεύγω (αρχαία ελληνικά)

μεσαιωνικά ελληνικά: φεύγω
νέα ελληνικά: φεύγω

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. φεύγω σελ. 1564 -  Beekes, Robert S. P. (2010) στο Etymological Dictionary of Greek. [Ετυμολογικό λεξικό της ελληνικής γλώσσας] (στα αγγλικά) με την αρωγή του Lucien van Beek. Leiden: Brill. Τόμοι 12.