φθίσις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φθίσις θηλυκό (καθαρεύουσα), (κλιτικοί τύποι από την αρχαία κλίση στο φθίσις)



Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

→ λείπει η κλίση

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φθίσις < φθίω + -σις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φθίσις

  1. η φθορά, η παρακμή
  2. (αστρονομία) φάση της σελήνης
  3. (για ανθρώπους) ατροφία, αδυνάτισμα και ασθένεια
  4. (ιατρική) η φυματίωση

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]