φθειριάω
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φθειριάω < αρχαία ελληνική φθείρ + ιάω/-ιῶ
Ρήμα
[επεξεργασία]φθειριάω/φθειριῶ
- (ελληνιστική κοινή) έχω ψείρες
Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη φθείρ
Πηγές
[επεξεργασία]- φθειριάω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- φθειριάω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.