Μετάβαση στο περιεχόμενο

φθειριάω

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φθειριάω < αρχαία ελληνική φθείρ + ιάω/-ιῶ

φθειριάω/φθειριῶ

Συγγενικά

[επεξεργασία]