φθινοπωρινός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική φθινοπωρινός φθινοπωρινή φθινοπωρινό
γενική φθινοπωρινού φθινοπωρινής φθινοπωρινού
αιτιατική φθινοπωρινό φθινοπωρινή φθινοπωρινό
κλητική φθινοπωρινέ φθινοπωρινή φθινοπωρινό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική φθινοπωρινοί φθινοπωρινές φθινοπωρινά
γενική φθινοπωρινών φθινοπωρινών φθινοπωρινών
αιτιατική φθινοπωρινούς φθινοπωρινές φθινοπωρινά
κλητική φθινοπωρινοί φθινοπωρινές φθινοπωρινά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φθινοπωρινός < αρχαία ελληνική φθινοπωρινός < φθινόπωρον

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φθινοπωρινός, -ή, -ό

  1. που συμβαίνει κατά το φθινόπωρο ή σχετικό με αυτό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

φθινοπωρινός < φθίνω + ὀπώρα

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

φθινοπωρινός

  • ό,τι και στη νεοελληνική, δηλ. ο σχετικός με την εποχή του φθινοπώρου
    θερινοὶ τεταρταῖοι τὰ πολλὰ γίνονται βραχέες, οἱ δὲ φθινοπωρινοὶ, μακροὶ