φθογγόσημο
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | φθογγόσημο | τα | φθογγόσημα |
| γενική | του | φθογγόσημου & φθογγοσήμου |
των | φθογγόσημων & φθογγοσήμων |
| αιτιατική | το | φθογγόσημο | τα | φθογγόσημα |
| κλητική | φθογγόσημο | φθογγόσημα | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. | ||||
| Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φθογγόσημο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα φθογγόσημον < απόδοση για την ιταλική nota και γαλλική note[1] < λατινική nota (σημάδι)[2]. Συγχρονικά αναλύεται σε φθόγγ(ος) + -ό- + -σημο.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /fθoŋˈgo.si.mo/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : φθογ‐γό‐ση‐μο
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φθογγόσημο ουδέτερο
- (μουσική) σύμβολο που τοποθετείται σε πεντάγραμμο και αντιπροσωπεύει έναν μουσικό ήχο ορισμένης διάρκειας και συχνότητας
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ φθογγόσημο - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
- ↑ φθογγόσημο - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'βούτυρο' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την καθαρεύουσα (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικές αποδόσεις από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικές αποδόσεις από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με ένθημα -ό- (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -σημο (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μουσική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)