φθονώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

φθονώ < αρχαία ελληνική φθονέω-ῶ < φθόνος

Ρήμα[επεξεργασία]

φθονώ

  1. ζηλεύω


Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]


Μεταφράσεις[επεξεργασία]