φθορίτης
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | φθορίτης | οι | φθορίτες |
| γενική | του | φθορίτη | των | φθοριτών |
| αιτιατική | τον | φθορίτη | τους | φθορίτες |
| κλητική | φθορίτη | φθορίτες | ||
| Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φθορίτης < φθόριο + -ίτης (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική fluorite)
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]φθορίτης αρσενικό
- (ορυκτολογία) φθοριούχο ορυκτό του ασβεστίου, ανήκει στην ομάδα των αλογονούχων ορυκτών και αποτελεί την κύρια φυσική πηγή φθορίου, απαντώμενο σε ποικίλα γεωλογικά περιβάλλοντα με χαρακτηριστική υαλώδη λάμψη και συχνά έντονα χρώματα
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναύτης' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ίτης (νέα ελληνικά)
- Μεταφραστικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ορυκτολογία (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)