Μετάβαση στο περιεχόμενο

φθορίτης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο φθορίτης οι φθορίτες
      γενική του φθορίτη των φθοριτών
    αιτιατική τον φθορίτη τους φθορίτες
     κλητική φθορίτη φθορίτες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά
Φθορίτης

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
φθορίτης < φθόριο + -ίτης (μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική fluorite)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

φθορίτης αρσενικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]