φθοριούχος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]φθοριούχος
- (χημεία) χημική ένωση ή μίγμα που περιέχει φθόριο
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φθοριούχος
|
|