φθόριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

  • Χημικό στοιχείο: F
  • Ατομικός αριθμός : 9
  • Προηγούμενο = O
  • Επόμενο = Ne
Δείτε επίσης: Περιοδικός πίνακας των στοιχείων

Ετυμολογία [επεξεργασία]

φθόριο < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική phthore < μεσαιωνική ελληνική φθόριον < αρχαία ελληνική φθορά < φθείρω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

φθόριο ουδέτερο

↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική το φθόριο
      γενική του φθορίου
    αιτιατική το φθόριο
     κλητική φθόριο
όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]