φιγουράτος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]φιγουράτος, -η, -ο
- ο κομψός, που εντυπωσιάζει με την εμφάνισή του με διακριτικό τρόπο και όχι ακραίο σαν τον φιγουρατζή
φιγουράτος, -η, -ο