φιλάνθρωπος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- φιλάνθρωπος < αρχαία ελληνική φιλάνθρωπος < φίλος + ἄνθρωπος
Επίθετο
[επεξεργασία]φιλάνθρωπος
- αυτός που προσπαθεί να βοηθήσει τους ανθρώπους που έχουν ανάγκη
- ※ Πόσο γλυκειά είναι, αδελφοί μου, η μετάνοια. Η μετάνοια δεν είναι τίποτε άλλο παρά φάρμακο της ζωής. Είναι τόσο σπουδαία γιατί ο γλυκύτατος Κύριος μας, ο αμνησίκακος, ο αγαθός, ο πολυεύσπλαχνος, ο φιλάνθρωπος, ο φιλόψυχος, ο φιλόπτωχος, Εκείνος που ιδιαίτερα φροντίζει τη σωτηρία μας, διψάει πάντοτε τη μετάνοιά μας. (diakonima.gr, 20/02/2020, )
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] φιλάνθρωπος
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]φιλάνθρωπος, ος, ον
- που αγαπά το ανθρώπινο είδος (ημίθεοι, θεοί)
- ※ ἔστι γὰρ θεῶν φιλανθρωπότατος (ο Πλάτωνας για τον αδικημένο όπως λέει στο Συμπόσιο θεό, τον Έρωτα)
- ※ ὡς ἂν διδαχθῇ τὴν Διὸς τυραννίδα στέργειν, φιλανθρώπου δὲ παύεσθαι τρόπου (για να μάθει με την τιμωρία του Δία ο Προμηθέας να μην ενισχύει τόσο πολύ τους ανθρώπους)
- πράος, ήπιος, ευγενής, θετικός με την κοινωνία
- ※ ἀλλὰ Σωκράτης γε τἀναντία τούτων φανερὸς ἦν καὶ δημοτικὸς καὶ φιλάνθρωπος ὤν.
- που συντελεί στην ευμάρεια των ανθρώπων
- ※ ἡ γεωργία οὕτω φιλάνθρωπός ἐστι καὶ πραεῖα τέχνη ὥστε καὶ ὁρῶντας καὶ ἀκούοντας ἐπιστήμονας εὐθὺς ἑαυτῆς ποιεῖν.
- υγιεινός, που ευνοεί την υγεία του ανρθώπου (ελληνιστική έννοια για τροφές κ.λπ.)
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- φιλάνθρωπος - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- φιλάνθρωπος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'άνθρωπος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)